Αρχείο | Books in movies RSS feed for this section
Σύνδεσμος

Ο Γίγας

14 Οκτ.

Giant
Ο Γίγας

Ο Γίγας / Giant Αρχές του 20ου αιώνα: Η ιστορία της οικογένειας του Μπικ Μπένεντικτ από το Τέξας των ΗΠΑ – την εποχή των μεγάλων αγροκτημάτων (ράντσων), με τους γηγενείς ισπανόφωνους Ινδιάνους αγρότες στην υπηρεσία των γαιοκτημόνων και του μοναχικού Τζετ Ρινκ, επιστάτη των γελαδιών του κτήματος Riata στη Marfa του Τέξας. Η αφήγηση διατρέχει ένα ευρύ χρονικό φάσμα 2 γενεών – από την εποχή της επιστροφής του Μπικ από το Μέριλαντ με τη γυναίκα του Λέσλι ως νεόνυμφοι, έως το τέλος όπου ο Ρινκ πλούσιος ιδιοκτήτης πια – εξ αιτίας του πετρελαίου που βρέθηκε στο κτήμα που του είχε γράψει η αδελφή του Μπικ πετελαιοπηγών αντιμετωπίζει πλέον ως ίσος και καλύτερος ακόμη, τον άλλοτε πλούσιο εργοδότη του  κτηματία Μπένεντικτ. Το ράντσο του το ονόμασε «Μικρή Ριάτα» σε αντιδιαστολή με τη Μεγάλη Ριάτα» του «αντιζήλου» του – καθώς είχε ερωτευθεί και τη γυναίκα του.

James Dean – Giant

Η υποψηφιότητα του Τζέιμς Ντην (1956) τον βρήκε ήδη νεκρό (1955). Ο Στήβενς χρησιμοποίησε άλλον ηθοποιό σε ορισμένες σκηνές του τέλους. Ο Στήβενς ως τελειομανής έκανε μόνος του το μοντάζ που διήρκεσε έναν χρόνο! Επίσης η κόρη της Λέσλι Μπένεντικτ ήταν η μεγαλύτερη της – τότε ανερχόμενη ηθοποιός, Κάρολ Μπέικερ
Το περιοδικό TV Guide έδωσε στην ταινία τη μέγιστη βαθμολογία των τεσσάρων αστεριών, επαινώντας κυρίως την ερμηνεία του Τζέιμς Ντιν γράφοντας: Αυτός ήταν ο τελευταίος ρόλος στη σύντομη καριέρα του ηθοποιού κι η παρουσία του απογείωσε την ταινία. Ερμηνεύει το ρόλο του με την τεχνική της Μεθόδου και το υπόλοιπο καστ φαίνεται να είναι διχασμένο μεταξύ του δέους που προκαλεί το ταλέντο του και της αποστροφής που προκαλεί η εξυπνάδα του!

Η ταινία κόστισε 5.400 εκ. δολ. και είχε κέρδη 35 εκ. δολ. !

Τίτλος: Ο Γίγας Giant
Σκηνοθεσία: Τζωρτζ Στήβενς
Πρωταγωνιστούν: Λιζ Τέιλορ, Ροκ Χάτσον, Τζέιμς Ντην
Είδος: Δραματική
Τόποι γυρισμάτων: Αριζόνα (Τέξας) – Μάβα
Έτος: 1956 – Πρεμιέρα 10 Οκτωβρίου, Νέα Υόρκη
Διάρκεια: 201΄
Τιμητικές διακρίσεις: Όσκαρ σκηνοθεσίας -το δεύτερο- για τον George Stevens – το πρώτο το είχε κερδίσει με το «Μια θέση στον ήλιο», υποψηφιότητες για Όσκαρ Α΄ανδρικού ρόλου για τους Rock Hudson, James Dean, διασκευασμένου σεναρίου (από το μυθιστόρημα της Edna Ferber), κοστουμιών, μοντάζ κλπ.

Advertisements
Σύνδεσμος

Miss Julie

1 Οκτ.

missJulia2Δεσποινίς Τζούλια

Μεταφορά στον κινηματογράφο του ομώνυμου θεατρικού έργου του Αύγουστου Στρίντμπεργκ σε σενάριο, σκηνοθεσία Λιβ Ούλμαν αποδεικνυομένη μια άξια μαθήτρια του μέντορα της Ίνγκμαρ Μπέργκμαν: τα ίδια σκοτεινά πάθη, η αναζήτηση του Θείου, ανέφικτοι έρωτες, μια πορεία προς ένα τέλος απρόσμενα τραγικό.

missJulia_Chastain2Όλα αυτά εκτυλίσσονται σε μια μέρα, αλλά τα χρόνια που την έφεραν ήταν πολλά – καθώς παρακολουθούμε τη μικρή Τζούλι που μεγαλώνοντας βρήκε στο πρόσωπο του υπηρέτη (valet) τους, ένα ανάρμοστο γι’ αυτήν πάθος, οδηγώντας τον άρρωστο ψυχισμό της σε μια αναπόφευκτη πιστεύοντας, σωτηρία της ψυχής της.

Με τους Jessica Chastain, Colin Farrell. (2014) σκηνοθεσία Liv Ullmann

Ηλιόλουστος έρωτας (Κάτω απ’ τον ήλιο της Τοσκάνης)

5 Μάι.

Κάτω απ’ τον ήλιο της Τοσκάνης

DianeLaneCapture

Diane Lane, Raoul Bova – Ηλιόλουστος Έρωτας 2003

Τίτλος: Under the Toscan sky (ελληνικός τίτλος: Ηλιόλουστος έρωτας)
Σκηνοθεσία: Audrey Wells
Σενάριο: Audrey Wells – βασισμένο στο βιβλίο της Frances Mayes
Παίζουν: Diane Lane, Raoul Bova, Sandra Oh, Lindsey Duncan, Pawel Szajda, Vincent Riotta
Είδος: Ρομαντική κωμωδία
Διάρκεια: 113΄
Έτος: 2003
Τιμητικές διακρίσεις: Υποψήφιο για Χρυσή Σφαίρα 2004 καλύτερης ηθοποιίας Νταϊάν Λέην, υποψηφιότητα βραβείο Χόλυγουντ μακιγιάζ – κομμώσεις, για το στυλ της Νταϊάν Λέην
Τοποθεσίες γυρισμάτων: Ιταλία, Τοσκάνη (Ποζιτάνο)
Μουσική επένδυση: Μεταξύ των υπολοίπων κομματιών το Saturday night is the loneliest night in the week (jazz), τα κλασσικά: Τζοακίνο Ροσσίνι – Ο κουρέας της Σεβίλης Πράξη ΙΙ, Τζάκομο Πουτσίνι – Μαντάμ Μπάτερφλαϊ κ. ά.

DianeLane3Capture

Diane Lane Ηλιόλουστος Έρωτας

Υπότιτλος: «Όλα μπορεί να συμβούν»

Υπόθεση: Η Φράνσις Μέγιες ζει στο Σαν Φραντζίσκο βοηθώντας οικονομικά τον επίσης συγγραφέα άνδρα της, από τη δουλειά της ως καθηγήτρια και κριτικός λογοτεχνίας καθώς επίσης και συγγραφεύς. Η τέλεια και τακτοποιημένη ζωή της κυλά ανέμελα –  αφοσιωμένη τον περισσότερο καιρό στη συγγραφή του νέου της βιβλίου, ως τη μέρα που όλα γκρεμίζονται: ο άνδρας της – που διατηρούσε εν αγνοία της εξωσυζυγικό δεσμό, της ζητάει διαζύγιο και όχι μόνο: αξιώνει και την υποστήριξη της στα δύσκολα οικονομικά του.

DianeLane2Capture

Diane Lane, Raoul Bova – Ηλιόλουστος έρωτας

Η φίλη της Πάτι τότε, τη συμβουλεύει να πάει ταξίδι στην Ιταλία, να απομακρυνθεί από τη στενάχωρη κατάσταση αυτής της απρόσμενης εξέλιξης στη ζωή της, που την έχει τσακίσει συναισθηματικά. Της ανακοινώνει πως της παραχωρεί το σπίτι που διαθέτει με τη φίλη της Γκρέις – με την οποία οι δρόμοι τους έχουν χωρίσει, στην παραθαλάσσια κωμόπολη Ποζιτάνο της Τοσκάνης, παροτρύνοντας τη να φύγει το γρηγορώτερο για την Ιταλία.
Η Φράνσις δέχεται και εκεί στην κωμόπολη γνωρίζεται μ’ ένα Ιταλό, τον Μαρτσέλο και ο έρωτας δεν αργεί να φουντώσει μεταξύ τους. Αυτό το απρόσμενο συμβάν την οδηγεί να μένει όλο και περισσότερο στη βίλα στην Τοσκάνη – ενθουσιασμένη από όλα, ακόμα σκέπτεται και να αγοράσει την υπέροχη βίλα, να μη ξαναγυρίσει ποτέ πια στην πατρίδα της, στις οδυνηρές πληγές της παλιάς – άλλοτε ευτυχισμένης ζωή της.

5 Σημαίες

4/5

Λεπτομέρειες από την ταινία: Ο σκηνοθέτης Μάριο Μονιτσέλι εμφανίζεται ως ο γέρος πωλητής λουλουδιών. Η μουσική περιλαμβάνει και την «Άρια της Μπέρτα» από την πράξη ΙΙ, του Κουρέα της Σεβίλης (Barbiere di Siviglia).

Ψάχνοντας τον Sugar Man

12 Φεβ.

Για τους Fans του είδους της μουσικής του Bob Dylan rodriguez3captureΨάχνοντας τον Sugar Man – Όσκαρ Ντοκυμαντέρ 2012

Τίτλος: Ψάχνοντας τον Sugar Man (Searching Sugar Man)
Σκηνοθεσία: Malik Bendjelloul (1977 – 2014)
Παίζουν: Sixto Rodriguez, Stephen Segerman, Dennis Coffey συμπαραγωγός του (Cold Fact), Dan DiMaggio μπάρμαν στο Brewery κ.ά.
Είδος: Ντοκυμαντέρ
Έτος: 2012
Διάρκεια: 86΄
Τόποι Γυρισμάτων: Detroit – Michigan, Cape Town – South Africa
Τιμητικές Διακρίσεις: Όσκαρ κατηγορία Ντοκυμαντέρ 2012, Detroit Film Critic Society υποψηφιότητα καλύτερου Ντοκυμαντέρ 2012, Tribeca Film Festival 2η θέση, 2012, Sundance Film Festival κατηγορία Σινεμά του Κόσμου, Ντοκυμαντέρ: Βραβείο Κοινού, Ειδικής Κριτικής Επιτροπής, υποψηφιότητα για βραβείο Μεγάλης Κριτικής Επιτροπής 2012, WGA (Writers Guild Award) καλύτερο σενάριο για ντοκυμαντέρ κ.ά.

Υπόθεση: Δύο Νοτιοαφρικάνοι ψάχνουν να μάθουν τι απέγινε το άγνωστο μουσικό τους ίνδαλμα, ο μυστηριώδης ροκ τραγουδιστής και κιθαρίστας των 70′ s Rodriguez. Να ζει άραγε ή να πέθανε;

Malik Bendjelloul Quotes: Νομίζω πως το Sugar Man δεν είναι ένα καταπληκτικό ντοκουμέντο για τη μουσική, όπως δεν είναι και το «Social Network» ένα έργο για κομπιούτερς. Απλώς είναι ένα έργο που περιέχει έναν καταπληκτικό δίσκο μουσικής.

Μικρό Εξοχικό

Sixto Rodriguez: Coming from Reality

Είχε τελειώσει η μέρα πια και καθώς η νύχτα προχωρούσε άνοιξα την τηλεόραση και έπεσα σ’ ένα ντοκυμαντέρ για έναν τραγουδιστή που μόλις άρχιζε. Ποιος να ‘ναι αναρρωτιόμουν και περίμενα να ξεκινήσει η ταινία για να μάθω. Ήταν γυρισμένη στο Ντητρόιτ εκεί που ανθούσε η βιομηχανία προ ετών – πριν τη παγκοσμιοποίηση, όταν πολλές εταιρείες έφυγαν από εκεί ή έκλεισαν.
Το Ντητρόιτ ήταν ανθούσα βιομηχανική περιοχή στα 70’s καθώς εκεί βρίσκονταν οι μεγάλες αυτοκινητοβιομηχανίες των ΗΠΑ. Πόλη όπου απασχολούνταν στη βιομηχανία φτωχοί μετανάστες περισσότερο, διαβιώνοντας εκείνη την περίοδο μέσα σε άθλιες συνθήκες.

rodriguezcapture Sixto Rodriguez – Έρχομαι από την πραγματικότητα

Detroit, Michigan 1968: Ο φακός εστιάζει στους βρεγμένους δρόμους, στις ξεφτισμένες επιγραφές από τα μπαρ. «Σερβίρουμε ποτά, κοκτέιλς, φαγητό, ζωντανή μουσική» έγραφε μία. Μια άλλη «Εντελώς γυμνό μετά τις 12μμ» επρόκειτο για μπαρ με κάποιον που έπαιζε κιθάρα ή κάποιο τοπικό συγκρότημα, το άλλο για ένα…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 757 επιπλέον λέξεις

Σε τεντωμένο σχοινί

22 Ιολ.

Τίτλος: Σε τεντωμένο σχοινί (Man on Wire)
Σκηνοθεσία: James Marsh
Βασισμένη στο βιβλίο του Philippe Petit
Πρωταγωνιστούν: Philippe Petit
Είδος: ντοκιμαντέρ
Έτος: 2008
Διάρκεια: 94΄
Προϋπολογισμός (περίπου): 1 δις $
Τιμητικές διακρίσεις (κυριότερες): Όσκαρ 2009 καλύτερου ντοκιμαντέρ

PhilippePetitCrossingCapture

Man on Wire 2004

PhilippePetitCapture

Philippe Petit

Η ζωή του σχοινοβάτη Γάλλου ισορροπιστή Philippe Petit, σε μια ταινία ντοκιμαντέρ που αφηγείται τη ζωή του. Από τη Notre Dame του Παρισιού στους δίδυμους πύργους της Νέας Υόρκης – η ζωή με το θάνατο: ένας χορός σε τεντωμένο σχοινί. Ένα καλλιτεχνικό έγκλημα του 1974.
Όταν  ο καλλιτέχνης του δρόμου, ζογκλέρ, ισορροπιστής αποφασίζει να διασχίσει τους δίδυμους πύργους της Νέας Υόρκης θα ερχόταν οπωσδήποτε αντιμέτωπος με το νόμο που απαγόρευε ρητά την προσπέλαση στις ταράτσες των κτιρίων αυτών.

Ωστόσο τα καταφέρνει και στα 25α του γενέθλια επί 45΄στις 7 Αυγούστου 1974, πηγαινοέρχεται στο σχοινί (περπατώντας, γονατίζοντας, χορεύοντας σ’ αυτό) διασχίζοντας μια απόσταση – κάτι που ήταν ασύλληπτο για τον μέσο ανθρώπινο νου. Είχαν προηγηθεί οι πύργοι της Νοτρ-Νταμ στο Παρίσι και των πυλώνων της γέφυρας του λιμανιού του Σίντνεϊ στην Αυστραλία.
Η ταινία αφηγείται τη ζωή του με κύριο άξονα το εγχείρημα της Νέας Υόρκης και συμμετέχουν όλοι οι φίλοι, συνεργάτες – όσοι γνώρισαν από κοντά τον περίφημο σχοινοβάτη που αψηφούσε το θάνατο πιστεύοντας πως αυτό ήταν και η ζωή του!

Οι λεπτομέρειες της μεταφοράς του συρμάτινου καλωδίου, το μοντάρισμα του, η ένωση του με το απέναντι κτίριο, όλες οι πυρετώδεις, κρυφές προετοιμασίας την καθορισμένη νύχτα, η αγωνία και μυστικότητα, οι φίλοι και συνεργάτες: όλα περνούν με εξονυχιστικές λεπτομέρειες στην ταινία. Πάντα σε πρώτο πλάνο ο Philippe Petit που ξαναζεί τη νύχτα της 6ης Αυγούστου του 1974 που άλλαξε τη ζωή του.

Καλοκαιριού ένοχα μυστικά

19 Μάι.

KatharineHepburn_giphy//giphy.com/embed/IG8VimUeNGQ92via GIPHY

Ήθελε να φέρει τη ζούγκλα δίπλα της για να μπορεί να την ελέγχει κατά βούλησιν όμως ποτέ δεν τα κατάφερε: η ζούγκλα ήταν μέσα της κι αυτή έβλεπε μόνο την ορατή της πλευρά: Violette: Τι είναι η ανθρώπινη ζωή παρά μια σειρά συντρίμμια. Κάθε μέρα όλο και περισσότερα… όλο και περισσότερα… μια μακριά σειρά συντρίμια που μόνο το θάνατος μπορεί να εξαφανίσει… Tennessee Williams «Ξαφνικά πέρυσι το καλοκαίρι»

Ένα άγριο πορτρέτο της ηθικής κατάπτωσης

Tennessee Williams «Ξαφνικά πέρυσι το καλοκαίρι» (1958): Έργο σε μία πράξη που περιέχει δύο μεγάλους μονολόγους. Ένα έργο για τη διεφθαρμένη – αισθημάτων και χρήματος εξουσία.

Catharine_Monty_giphy

//giphy.com/embed/DXATKbcmjSnGUvia GIPHY

Η σκηνή μοιάζει με ζούγκλα: σε ένα εξοχικό κτήμα της Νέας Ορλεάνης με ψηλούς φοίνικες και μια πέργολα φορτωμένη με μια πυκνή κληματαριά και κατακόκκινα λουλούδια, στο έδαφος παρτέρια με πανσέδες. Στη μέση του κήπου ένα θερμοκήπιο από γυαλί. Η αριστοκρατική Βάιολετ Βέναμπλ ρίχνει τροφή στα σαρκοβόρα λουλούδια – στην Αφροδίτη όπως ονομάζει ένα από αυτά, που ο γιος της Σεμπάστιαν παράγγελνε από έναν προμηθευτή στη Φλόριντα. Πρόκειται για μια μεταφορά για τη φύση που καταναλώνει και καταστρέφει το ίδιο, ανθρώπους, για την επακόλουθη εκδίκηση που αυτό προκαλεί.

Δείχνει επιτηδευμένα άνετη καθώς οι επισκέπτες φθάνουν. Ένας από αυτούς και ο δρ Τζων Κούκροβιτς γιατρός ψυχίατρος που την προηγούμενη έχει προσκαλέσει – κι αυτή θα είναι η πρώτη τους συνάντηση καθώς κατεβαίνει με τον παλαϊκό ανελκυστήρα της έπαυλης μονολογώντας – εκ των προτέρων αρχίζοντας τη συνομιλία, με τον σημαντικό της προσκεκλημένο.

Liz_EddieCapture

Tennessee Williams, Elizabeth Taylor, Eddie Ficher

Κάθριν Χέπμπορν, Ελίζαμπεθ Τέϋλορ στη ταινία, αλλά και στο θέατρο οι αντίστοιχες ηθοποιοί: εξαιρετικές στο σκοτεινό πορτρέτο του Ουίλιαμς πάνω στην ηθική κατάπτωση – έργο που πρωτοπαρουσιάστηκε το 1958. Ο σημερινός σκηνοθέτης δημιουργεί μια αίσθηση λεπτού τρόμου που συνεχώς μεγαλώνει καθώς αποκαλύπτεται η σκληρότητα ενός διεφθαρμένου κόσμου πλούτου και ισχύος.

Το σκηνικό παραπέμπει σε μια αίσθηση άγριας φύσης. Οι γυναίκες είναι προσκολημένες στον Σεμπάστιαν που έχει πεθάνει στα 40 του – εδώ και αρκετά χρόνια, κι ήταν αυτός που εξουσίαζε τις ζωές τους. Η Κάθριν γνωρίζει τη σκοτεινή ιστορία του θανάτου του στη Καμπέζα ντε Λόμπο (κεφάλι λύκου) ένα γραφικό παραθάλσσιο χωριό. Για να αποκρύψει αυτή την αλήθεια η Βάιολετ την έχει κλείσει στο Σαιντ-Μαίρυ, ένα νοσοκομείο για ψυχικά αρρώστους, όπου εκεί έχει υποστεί ηλεκτροσόκ.

lizTaylor_giphy

Elizabeth Taylor – Ξαφνικά πέρυσι το καλοκαίρι

Η Βάιολετ και η Κάθριν είναι κομμένες και ραμένες από το ίδιο ύφασμα: αμφότερες γυναίκες του Νότου με μια επίπλαστη, αγέρωχη ευγένεια. Ίσως αυτή η ευγένεια να είναι ένα απατηλό ένδυμα που φοράνε και οι δύο με την ίδια άνεση. Η Βάιολετ είναι πλούσια και περιποιημένη και δείχνει ιδιαίτερα κομψή με τη χρωματιστή μοβ εσάρπα πάνω στο βιολέ φόρεμα της. Η Κάθριν είναι έντονη και αθώα: φοράει ένα αισθησιακό λευκό φόρεμα με βαθύ ντεκολτέ που λίγα αφήνει στη φαντασία, το δαντελωτό μπολερό που το σκεπάζει στους ώμους.

Η Βάιολετ παίρνει πίσω στο σπίτι την Κάθριν για να συναντήσει τον Δρ Κούκροβιτς που διευθύνει ένα δοκιμαστικό πρόγραμμα λοβοτομής στο νοσοκομείο της πολιτείας. Θέλει να αναλάβει εκείνος ως ασθενή την Κάθριν. Αυτή τη φορά, όταν η Κάθριν μιλάει σε μια γλώσσα ποιητικής υπερβολής ο γιατρός της δίνει ένα ηρεμιστικό. Αυτό πρέπει να δίνεται ως αντίδοτο στην τέχνη;

KatharineHepburn

Κάθριν Χέπμπορν ως Βάιολετ Βέναμπλ

Η πραγματική ψυχασθένεια βεβαίως έγκειται, στην απέραντη νευρωτική εμμονή της Βάιολετ στο γιο της: για χρόνια τον συνόδευε σε καλοκαιρινά του ταξίδια που εκείνη δεν ήθελε να διακόψει, ακόμη κι όταν έλαβε την ειδοποίηση πως ο άνδρας της πέθαινε. Η αφοσίωση στο γιο της είναι αδιαμφισβήτητη όσο η αντιπάθεια προς την Κάθριν από την άπληστη μητέρα της και τον αδελφό της.

Η γλώσσα του Τένεσι Ουίλιαμς είναι πλούσια και ποιητική με μεταφορές από τον πραγματικό κόσμο. Η Βάιολετ διηγείται το ταξίδι με τον Σεμπάστιαν στα νησιά Γκαλαπάγκος όπου είδαν τις τεράστιες θαλάσσιες χελώνες που λιάζονταν, να φεύγουν ξαφνικά να γλυτώσουν από τα άγρια σαρκοβόρα πουλιά που χυμούσαν να τις κατασπαράξουν.
Το έργο είναι δομημένο σε μακριούς άκρως ενδιαφέροντες μονολόγους που κρατούν προσηλωμένη την προσοχή του θεατή στα δρώμενα επί σκηνής.

Προσαρμογή από thekomisarscoop.com
– See more at: http://www.thekomisarscoop.com/2007/02/suddenly-last-summer-is-gripping-portrait-of-moral-disintegration/#sthash.LNGwkrHw.dpuf
thekomisarscoop.com

Chéri

12 Φεβ.
Αταίριαστοι έρωτες

Τίτλος: Chéri (Ελλάδα 2011)
Σκηνοθεσία: Stephen Frears
Συγγραφεύς: (Βασισμένο σε) Colette
Πρωταγωνιστούν: Michele Pfeiffer, Rupert Friend, Kathy Bates
Είδος: Αισθηματικό – Εποχής
Έτος: 2009
Διάρκεια: 100′
Τοποθεσίες γυρισμάτων: Maxim’s (νυχτερινό κέντρο), Νορμανδία, Παρίσι
Τιμητικές διακρίσεις (κυριότερες): Υποψηφιότητα για Χρυσή Άρκτο (Βερολίνο) 2009, Ifta κοστούμια (Ιρλανδία), Μουσική Alexandre Desplat, Χρυσό Αστέρι (Γαλλία) 2010: Alexandre Desplat

cheriCapture

Chéri – Rupert Friend

Ο γιος μιας εταίρας της εποχής του μεσοπολέμου, γλιστράει σ’ έναν κόσμο φαντασίας μετά τον «κατά συνθήκην» γάμο του, όπου κυριαρχεί η παρουσία της προηγούμενης φιλενάδας του. Κι αυτός ο «σκοτεινός κόσμος» – ο καλά κρυμμένος πίσω από την ανέμελη επιφάνεια μιας εύκολης, όλο διασκεδάσεις ζωής, θα αποβεί μοιραίος.

Στα μάτια μας ξετυλίγεται ο ανέμελος κόσμος του μεσοπολέμου όπου κυριαρχούσαν στα κοσμικά σαλόνια διάσημες εταίρες: Η Belle Oterot είναι η πιο γνωστή από αυτές – της οποίας φωτογραφίες κοσμούν τους τοίχους στη μεγάλη αίθουσα υποδοχής του ξενοδοχείου Carlton στη Νίκαια της Γαλλίας (narrator).

Υπόθεση:

cheri

Cheri – Michelle Pfeiffer, Rupert Friend

Όταν ξεκινάει η σχέση με τη νεαρότερη φίλη της μητέρας του και «νονά» του Léa de Lovnal, ο Σερί είναι μόλις 19 ετών ήδη όμως μυημένος στο μυστήρια των ερωτικών παιχνιδιών, κι αυτή έχει ήδη έχει διανύσει μια μακρά διαδρομή εραστών. Εγκαθίσταται στο σπίτι της και ζουν σαν ζευγάρι για πολλά χρόνια (7).

Όμως έρχεται η στιγμή – που με την προτροπή της μητέρας του Charlotte Peloux, θα παντρευτεί. Το ταξίδι του μέλιτος στη Βενετία, η μεγάλη ζωή δίπλα στη πλούσια νεαρή γυναίκα του Edmée, δεν τον κάνουν να ξεχάσει τον έρωτα του για τη Léa de Lonval. Τριγυρίζει συνέχεια έξω από το σπίτι της, όμως η απόφαση του να παντρευτεί του έχει κλείσει την πόρτα. Θα μπορέσει άραγε ν’ αφήσει πίσω του την παλιά ζωή και να συνεχίσει απερίσπαστος τη νέα;

Αυτά τα ερωτήματα απαντώνται στο τέλος της ταινίας, που αναπαριστά πιστά – την όχι και τόσο αθώα εποχή της belle-epoque. Η απάντηση θα είναι πως όχι και θα είναι ένα τέλος που δεν θα περιμένει κανένας, μέσα σ’ αυτό τον κόσμο που αναδύεται σαν μέσα από τις φυσαλίδες ενός ποτηριού, λεπταίσθητου κρασιού σαμπάνιας.

Μια ταινία για τις σχέσεις συχνά τόσο προβληματικές. Όσο κι αν μοιάζουν ανέμελα όσα βιώνουν οι ήρωες της ταινίας, αφήνουν ωστόσο πικρά αποτυπώματα στις ζωές τους. Αυτό είναι ένα μάθημα που αρχικά ανέπτυξε η μεγάλη Γαλλίδα συγγραφεύς Colette, καθώς στο μυθιστόρημα της Chéri, ασχολήθηκε με τον κόσμο των courtisanes – αυτόν που ονομαζόταν demi-monde από τον άλλο μεγάλο Γάλλο συγγραφέα Marcel Proust. Η Léa de Lonval είναι μια διάσημη για την ομορφιά της courtisane στον κόσμο των demi-mondains που δεν πλήττεται ψυχικά – καθώς έχει μάθει από τη ζωή που έκανε να είναι σκληρή, από την άτυχη κατάληξη του δεσμού της με τον Fred Peloux – αποκαλούμενο από ‘κείνη Chéri. Όμως ο τελευταίος δεν θα μπορέσει ποτέ να ξεπεράσει τα χρόνια που πέρασε μαζί της. Γιατί απλά ήταν τα πιο ευτυχισμένα χρόνια της ζωής του.


Cheri (2009) on IMDb
//

5 Σημαίες

4/5

Η σκηνοθεσία αναπαριστά πιστά το κλίμα της εποχής όπως και στη άλλη αξιόλογη ταινία του Stephen Frears, «Επικίνδυνες Σχέσεις. Η ηθοποιία είναι αψεγάδιαστη, τα ντεκόρ, τα σκηνικά με εξέχουσα την παρουσία της πάρα πολύ όμορφης Michele Pfeifer ως Léa de Lonval. Ειρήσθω εν παρόδω πως για το ρόλο αρχικά είχε προταθεί η Jessica Langue.

Σύνδεσμος

Κριστιάν Ντιόρ – Η αναβίωση ενός μύθου

8 Μάι. Dior and I
Dior and I
Dior and I

O Ντιόρ κι εγώ (Dior and I) – Frédéric Tcheng

Christian Dior

Τίτλος: Dior and I
Σκηνοθεσία: Frédéric Tcheng (Taiwan)
Σενάριο: Frédéric Tcheng
Παίζουν: Raf Simons, Marion Cotillard
Έτος: 2014
Είδος: Ντοκυμαντέρ
Διάρκεια: 90
Τιμητικές διακρίσεις (Κυριώτερες): Seattle film festival (Ειδικό Βραβείο Κριτικής επιτροπής: Frédéric Tcheng, Υποψηφιότητα καλύτερου ντοκυμαντέρ Frédéric Tcheng ’14, Tribeca film festival Υποψηφιότηα καλύτερου ντοκυμαντέρ ’14
Τοποθεσία: Παρίσι

Κεντρική Ιδέα: Είχε ένα όραμα και μόνο οκτώ εβδομάδες για να το υλοποιήσει

Υπόθεση: Το έργο Εγώ και ο Ντιόρ μεταφέρει τον θεατή στον παγκοσμίου φήμης κόσμο του Γάλλου σχεδιαστή μόδας Κριστιάν Ντιόρ. Στην ταινία αυτή πρόκειται για την αποτύπωση εκ των έσω του κόσμου αυτού που ηγείται ο τωρινός σχεδιαστής του οίκου Ραφ Σίμονς. Βρισκόμαστε στην προετοιμασία της νέας κολεξιόν που καλείται ο νέος επικεφαλής να υλοποιήσει μέσα σε οκτώ πυρετώδεις εβδομάδες. Αναμειγνύοντας την ετοιμασία του σόου με τους απόηχους από εικόνες του παρελθόντος, παρακολουθούμε την αγωνία του δημιουργού μαζί μ’ εκείνην όλου του προσωπικού, ιδιαίτερα των μοδιστρών του οίκου.

Κριστιάν Ντιορ:  Η αναβίωση ενός μύθου

Οι οίκοι υψηλής ραπτικής προστατεύουν ασφαλώς την εικόνα τους. Ωστόσο ο ήταν αρκετά πειστικός στο εγχείρημα του να συμπεριλάβει τον οίκο στο αποκαλυπτικό του ντοκυμαντέρ «Ο Ντιορ κι εγώ» (Dior and I). O Frederic Tcheng (37) κινηματογραφεί τον Raf Simons το καλοκαίρι του 2012 καθώς δημιουργεί την πρώτη του κολεξιόν ως διευθυντής του οίκου βασισμένη στην κληρονομιά του Ντιορ – επινοητή της καινοτομίας στα ρούχα διάσημος τόσο στον κόσμο της μόδας που έγινε εξώφυλλο στο περιοδικό Time το 1957.
O Βέλγος Raf Simons άρχισε σαν σχεδιαστής επίπλων, κατόπιν σχεδιαστής ανδρικής μόδας το 1995. Τον Απρίλιο του 2012 μεταπηδά στον οίκο Ντιορ σαν επικεφαλής σχεδιαστής όπου εντός δυο μηνών θα πρέπει να ετοιμάσει τη νέα κολεξιόν του οίκου.
Ο ίδιος ο Τσενγκ όπως και ο Σίμονς, θεωρούν εαυτούς τους σαν αουτσάιντερ της μόδας έχοντας ήδη γυρίσει το Βαλεντίνο ο τευλευταίος αυτοκράτορας και το Ντιάνα Βρίλαντ το μάτι πρέπει να ταξιδεύει και αυτή την οπτική θέλησε να μεταφέρει στην υψηλή ραπτική.
Ο Τσένγκ εξανθρωπίζει τον κόσμο των 30.000 δολ. για ένα φόρεμα δείχνοντας τον κόσμο των ραπτριών στα ατελιέ από μια οπτική από ψηλά δημιουργίας. Συνενώνει όλες τις καλλιτεχνικές τελείες από το παρελθόν και το παρόν συνθέτοντας την παρουσίαση της πρώτης κολεξιόν του Σίμονς – από τα λουλούδια στον κήπο της ιστορικής βίλλας του Ντιορ στο Granville, στην αίθουσα της ενός εκατομυρίου λάμψεων αυτής της επίδειξης. Από την γύψινη διακοσμητική εργασία του Ρούμπι στο κέντρο Πομπιντού, στο ύφασμα που αποτυπώθηκε επάνω. Οι θεατές επίσης γίνονται κοινωνοί της επίπονης χειροποίητης τέχνης του κεντήματος και της κοπής των πατρόν.
«Δεν θέλαμε το έργο να είναι για τις διασημότητες που βλέπει κανείς στα νέα» λέει ο Τσένγκ που ζει στη Νέα Υόρκη. «Θέλαμε να είναι ένα έργο για τους ανθρώους πίσω από την κάμερα, εκείνων που δημιουργούν αυτό που θα φορεθεί».

maison_dior_granville

Έπαυλη Κριστιάν Ντιόρ στη Granville

Ακολουθεί μια συνέντευξη με τον Φρεντερίκ Τσένγκ που εξιστορεί για το πως έγινε αυτή η ταινία .

Πως σας ήρθε η ιδέα για το έργο;
Παρουσιάζαμε το έργο για την Νταϊάνα Βρίλαντ στο Παρίσι όταν συνάντησα τον Ολιβιέ Μπιαλομπός επικεφαλής πρόεδρος του οίκου Ντιορ διεθνώς. Του άρεσε η ταινία κι αρχίσαμε με το να συζητάμε στο ν’ ανοίξουμε τις πόρτες για ένα ντοκυμαντέρ του οίκου Ντιόρ με την άφιξη εκεί ενός νέου σχεδιαστή.

Πως πείσατε τον Σίμονς να συμμετάσχει;
Στην αρχή αρνήθηκε. Του έγραψα ένα γράμμα γιατί δεν τον ήξερα όπου του εξηγούσα ποιος είμαι και τι ήθελα να κάνω. Μου λέει να πάω εκεί για μια βδομάδα, δοκιμαστικά. Πέταξα στο Παρίσι και τον συνάντησα κατ’ ιδίαν έχοντας κάποιες ιδέες μαζί μου που του άλλαξαν την απόφαση του. Κατάλαβε πως δεν ήθελα να τον παρουσιάσω σαν ένα σταρ. Με ενδιέφερε το σύνολο των ανθρώπων στου Ντιορ. Καθώς του αρέσει ο διάλογος και η συνεργασία ανταποκρίθηκε σ’ αυτό.

Υπήρχαν κάποια όρια; Εξετάστηκε καθόλου αυτό που γυρίζατε;
Ποτέ δεν ρωτούσε. Ήξεραν τι κινηματογραφούσα. Ήμουν στο κτίριο του Ντιορ κι αυτό ήταν αρκετό για να με θέτει μπροστά στα μάτια τους. Μ’ άφησαν εντελώς απερίσπαστο. Μετά τους έδειξα την ταινία και υπήρξε μεγάλη ανακούφιση. Όλοι συγκινήθηκαν, μερικοί δάκρυσαν κι όλας. Οι ράφτριες προπάντων αισθάνθηκαν μεγάλη υπερηφάνεια.
Στην ταινία οι μοδίστρες παίζουν εξ ίσου μεγάλο ρόλο όσο ο Σίμονς. Αυτοί οι άνθρωποι με συγκινούν. Θέλω να τους γνωρίσω καλύτερα – ποιοι είναι, τι κάνουν, ποιον αγαπούν. Πράγματι εξεπλάγην όταν γνώρισα τη Φλοράνς και τη Μονίκ επικεφαλής δύο διαφορετικών ατελιέ. Έχουν τόσο διαφορετικές προσωπικότητες. Η μια είναι αγχωμένη η άλλη καθόλου. Έτσι είχαν διαφορετικές σχέσεις με την κάμερα. Η Φλοράνς ζει δυο ώρες έξω από το Παρίσι, έτσι η διαδρομή της κάθε μέρα διαρκεί δυο ώρες – τόσο κουραστικό.

Φοράνε ρούχα Ντιορ;
Μπορεί κάτι ελάχιστο που μπορούν να αγοράσουν στον δειγματισμό, γενικά πάντως όχι.

Πως ανταπεξήλθατε στη σκηνή του φανταστικού διαλόγου του Κριστιάν Ντιορ με τον Σίμονς;
Διάβασα την αυτοβιογραφία του Ντιορ «Ο Ντιορ για τον Ντιορ» Dior on Dior, Αυτό ήταν όλη η έρευνα μου. Με εντυπωσίασε η απλότητα της φωνής του. Ήταν πολύ ταπεινός και έντιμος καθώς μιλούσε για συναισθήματα που του γενώνταν κατά τη διάκρκεια των επιδείξεων. Θέλησα να το χρησιμοποιήσω όταν πληροφορήθηκα ότι ο Ραφ διάβαζε κι αυτός την αυτοβιογραφία, και είχε μια εσωτερική επικοινωνία που του έμοιαζε πλην όμως έγινε τόσο άβολη που διέκοψε την ανάγνωση της. Το ήξερα πως τα πράγματα γινόντουσαν στην πραγματικότητα με τον ίδιο παλιό τρόπο.

Υπάρχουν μεγάλες ομοιότητες με τη δημόσια εικόνα τόσο του Ντιορ όσο και του Ραφ στο να μη θέλουν και οι δύο τη δημοσιότητα, να διαφοροποιούνται έντονα από τη δημόσια εικόνα τους.
Πράγματι, αλλά ο Ραφ κτίζει τη δική του φωνή στη σκιά του Ντιορ. Έτσι γρήγορα έγινε κάτι σαν τη Ρεβέκκα, που προσπαθεί να βρει τη θέση της σ’ ένα σπίτι στοιχειωμένο.

Υπάρχει μια σκηνή που ξαφνιάζει όταν κινηματογραφείτε τον Ραφ πριν την επίδειξη, με τα νεύρα του τεντωμένα σχεδόν να ‘χει πάθει μια κατάρευση.
Πράγματι αυτή η στιγμή ήταν πολύ έντονα φορτισμένη. Δεν ήθελα να καταδείξω το εύθραυστο του χαρακτήρα του, γι’ αυτό σε μερικά δευτερόλεπτα σηκώθηκα κι απομακρύνθηκα από κοντά του, πήγα στη ταράτσα για να του δώσω χρόνο να συνέλθει. Είναι θέμα προσωπικόύ ανθρώπινου σεβασμού.

Ο Σίμονς είναι εδώ και τρία χρόνια που στελειώσατε το φιλμ στου Ντιόρ κι έχει μεγάλη επιτυχία. Νομίζετε πως ζει πια εφ εξής μ’ αυτή τη δημόσια εικόνα;
Ναι έχω την αίσθηση πως διανύει μια άλλη εξελεικτική εμπειρία και τηρουμένων των αναλογιών αυτό συνέβη και σε μένα. Δεν διοικώ 200 υπαλλήλους στα ατελιέ ραψίματος, αλλά μια μικρή ομάδα για πρώτη φορά και έχω να συνομιλώ με δημοσιογράφους για πρώτη φορά και να προχωρώ στο επίκεντρο της δημοσιότητας παρουσιάζοντας τη δουλειά μου. Αυτό είναι που μου επέτρεψε να σας διηγηθώ την ιστορία μου.
15/4/2015 Από latimes.com

(LA Times Booth Moore latimes.com – Entertainment – Movies – Me and Dior)

James Ivory – Η Κοντέσα της Σαγκάης

27 Απρ.

Τζέιμς Άϊβορι

theWhiteCountessΤίτλος: The White Countess
Σκηνοθεσία:James Ivory
Σενάριο: Από το βιβλίο του Kazuo Ishiguro
Πρωταγωνιστούν: Ralph Fiennes, Natasha Richardson, Vanessa Redgrave,
Τόπος γυρισμάτων: Shanghai Κίνα
Έτος: 2005
Διάρκεια: 135
Τιμητικές διακρίσεις (Κυριότερες): Satellite Awards 2005 Υποψηφιότητα για Ηχοληψία, Κοστούμια

Sofia Belinskia: Η αγάπη πολλές φορές χρειάζεται για να συντηρηθείς και να συντηρήσεις την οικογένεια σου

Υπόθεση:
Ένας τυφλός τέως διπλωμάτης ιδιοκτήτης νυχτερινού κέντρου ο Todd Jackson, εμπλέκεται σε σχέση με μια νεαρή Ρωσίδα την κοντέσσα Sofia Belinskya – πρόσφυγα που εργάζεται εξ ανάγκης σε περίεργες συνάμα παράνομες δουλειές για να συντηρεί τα μέλη της τέως αριστοκρατικής της οικογένειας.

Της προτείνει να εγαστεί στο κέντρο που διατηρεί στη Σαγκάη, σαν τραγουδίστρια. Εκείνη δέχεται τη πρόταση του. Στην πορεία γίνεται η επιτυχημένη ατραξιόν του κέντρου καθώς μαζεύεται πολύς κόσμος κάθε βράδυ να την ακούσει. Παράλληλα η σχέση τους που ξεκινά σαν μια απλή συνεργασία βασισμένη σε μια φιλική βάση αλληλοεκτίμησης, γίνεται όλο και ισχυρότερη.

Ralph Fiennes - Η Κοντέσα της Σαγκάης - 2005

Ralph Fiennes – Η Κοντέσα της Σαγκάης – 2005

Η Σαγκάη του 1936, σταυροδρόμι πολιτικών αναταραχών είναι το κύριο φόντο της ταινίας. Η Σοφία Μπελίνσκυα βρίσκεται άπατρις πλέον πρόσφυγας, μαζί με την οικογένεια της – την κόρη, τη μητέρα και την αδελφή της στο Κινεζικό έδαφος, εκδιωγμένη από την Ρωσική επανάσταση.

Οι ασχολίες της με τα επαγγέλματα της νύχτας – κορίτσι του μπαρ, χορεύτρια, την οδηγούν στο κομψό κέντρο του Τόντ Τζάκσον. Μεταξύ τους θα αναπτυχθεί μια ιδιότυπη σχέση περισσότερο βασισμένη στην αγάπη και κατανόηση εκ μέρους της, τη διακριτικότητα και το σεβασμό εκ μέρους του Τοντ.


The White Countess (2005) on IMDb

//

Όμως η πτώση της Σαγκάης με την Ιαπωνική εισβολή, ο επακόλουθος πόλεμος, η νέα προσφυγιά, θα αλλάξουν την μέχρι τότε διαφαινόμενη ευτυχή κατάληξη της ιστορίας τους. Οι δρόμοι τους θα χωρίσουν;

Κριτική:
Το βιβλίο του μεγάλου Ιάπωνα συγγραφέα Καζούο Ισιγκούρο, αποτέλεσε τη βάση για μια πιστή αναπαράσταση εκ μέρους του Άϊβορι της ατμόσφαιρας της εποχήs. Και όχι μόνο. Το έργο αναπαριστά με σκηνοθετική μαεστρία το τοπίο μιας κοσμοπολίτικης πόλης – της Σαγκάης, που χάνεται στον απόηχο του τέλους του Β΄παγκοσμίου πολέμου. Κέντρο πολιτικών αναταράξεων, η πόλη με τους πολυσύχναστους δρόμους, την κίνηση, τους ξένους παρατηρητές και ανταποκριτές εφημερίδων, η πόλη με τη νυχτερινή ζωή βρίσκεται στο επίκεντρο της κινηματογραφικής ματιάς του φακού.Μέσα σ’ αυτό το σκηνικό ξετυλίγεται μια ιστορία αγάπης με πρωταγωνιστές δυο αταίριαστους φαινομενικά ανθρώπους. Ο αποτραβηγμένος και μοναχικός Τοντ, η ευαίσθητη και αισθηματική Σοφία, θα συνεργάζονται σαν φίλοι ή θα αφεθούν σ’ έναν έρωτα που μοιάζει πως είναι το τελευταίο που τους απασχολεί. Ιδίως εκείνον, απογοητευμένος καθώς είναι με την κατάσταση της τυφλότητας που τον βασανίζει.

James Ivory - Λίστα ταινιών

James Ivory – Λίστα ταινιών

Σίγουρα, μια ιστορία αγάπης και αυτοθυσίας. Το νήμα των ατυχιών ξετυλίγεται όμως πάντα υπάρχει ο αγώνας, η θέληση, η πίστη για τη ζωή.
Η ιστορία του τυφλού διπλωμάτη – επιχειρηματία και της Ρωσίδας εμιγκρέ είναι κυρίως η διαπίστωση πως κάθε τι αναπάντεχο μπορεί να συμβεί και να βιωθεί. Πως η τροχιά της ζωής καθορίζεται από τις περιστάσεις βέβαια,,πλην όμως, με γνώμονα, του καθ’ ενός τις επιλογές μέσα από αυτές.

Πρόσωπα – John Fowles (1926-2005)

20 Απρ. John Fowles the Magus

O διάσημος Άγγλος συγγραφεύς μιλάει για την Ελλάδα

John Fowles

John Fowles

O συγγραφεύς των βιβλίων «Ο Μάγος«, «ο Συλλέκτης«, «Η Γυναίκα του Άγγλου υπολοχαγού» —που έγιναν ταινίες, σε μια εξομολόγηση στο σπίτι του στη ΝΑ Αγγλία. Συνέντευξη στον Θανάση Λάλλα – Βήμα Πολιτισμός 22/7/2001 Ενας «μάγος» του λόγου! Σε μια πολυθρόνα καθισμένος ώρες. Εξω έβρεχε και φύσαγε. Το σπίτι κρεμασμένο στην άκρη των νοτιοανατολικών βρετανικών ακτών. Πάνω από τη θάλασσα. «Μόλις τελειώσουμε την κουβέντα θα βγούμε στον κήπο, θα περπατήσουμε ως την άκρη της θάλασσας και θα σας συστήσω στη φύση… Η φύση είναι συγγενής μου! Ολες οι ιδέες μου είναι γέννημα του κεραυνού». Αυτός είναι ο συγγραφέας της «Γυναίκας του γάλλου υπολοχαγού» και του «Μάγου». Ο Τζον Φόουλς. Ταξίδεψα τρεις ώρες από το Λονδίνο με το τρένο για να φθάσω στην πόρτα ενός σπιτιού ερειπωμένου που φιλοξενεί τα τελευταία χρόνια έναν από τους σημαντικότερους εν ζωή συγγραφείς. Ανοιξε ο ίδιος την πόρτα. Φορούσε παντόφλες μάλλινες, μια καφέ ζακέτα και γάντια ανοιχτά στην άκρη των δαχτύλων… Τα μάτια του πρησμένα από τις εμπειρίες της όρασης, τα χέρια του λεπτά και λευκά σαν πουλιά. Από τα παράθυρα του δωματίου ­ παρ’ ότι κλειστά ­ έμπαιναν λουλούδια. Η σκόνη σύντροφος παντού μέσα στο δωμάτιο. Γύρω βιβλία και ζωγραφιές. «Θα πιείτε ένα τσάι, έναν καφέ; Εχω κανονίσει να μιλήσουμε λίγο και μετά να φάμε παρέα… Το φαΐ και το πιοτό είναι μια τελετή που πρέπει να τη ζούμε καθημερινά». Μιλήσαμε συνολικά τέσσερις ώρες. Ηταν πέντε το απόγευμα όταν καθισμένος στο κουπέ του τρένου της επιστροφής σκέφθηκα ότι οι «Μάγοι» δεν φέρνουν μόνο δώρα. Είναι και φορείς μιας απέραντης αλλά δημιουργικής μοναξιάς. Δεν θα ξεχάσω τη φωνή του, σαν παντόφλες που σέρνονται στο πάτωμα, υπέροχη. Αυτά

O John Fowles και οι Σπετσες

Οικία Ανάργυρου

Οικία Ανάργυρου – Εθνικού Ευεργέτη – Σπέτσες (Ντάπια)

Σας λείπει η Ελλάδα; «Πολύ. Εγώ, ξέρετε, λατρεύω τη φύση και τη βοτανολογία. Υπάρχει ένα μέρος έξω από την Αθήνα, στην Κηφισιά νομίζω, όπου μπορεί να δει κανείς όλων των ειδών τα φυτά. Είναι ένας κήπος ο οποίος συντηρείται από το Μουσείο Γουλανδρή. Αυτός ο κήπος μού λείπει».
Από πού προέκυψε αυτό το ενδιαφέρον σας για τη βοτανολογία και τα φυτά; «Σας είπα, από την αγάπη μου για τη φύση. Συνηθίζω μάλιστα να λέω ότι όποιος δεν αγαπά τη φύση δεν είναι σε θέση να καταλάβει κανένα από τα βιβλία που έχω γράψει».
Τι είναι αυτό που υπάρχει στη φύση και σας προκαλεί την έλξη που περιγράφετε; «Η απέραντη ομορφιά που κρύβει. Αν έδινα τον ορισμό της ομορφιάς, θα έλεγα μόνο τη λέξη φύση και θα εννοούσα ό,τι θα ήθελα να εννοήσουν οι άλλοι για την ομορφιά».
Η ομορφιά έχει να κάνει με την αρμονία; «Σαφώς. Οι αρχαίοι Ελληνες είχαν καταλάβει ότι αρμονία υπάρχει παντού: στη μουσική, στη φύση, σε όλα τα πράγματα. Η αρμονία είναι η βάση της ομορφιάς».
Εσείς πώς αρχίσατε να γράφετε; «Ξεκίνησα προσπαθώντας να μιμηθώ άλλους συγγραφείς, ανθρώπους όπως ο Γκράχαμ Γκριν για παράδειγμα».
Οι γονείς σας τι δουλειά έκαναν; «Ο πατέρας μου πουλούσε καπνό. Παρ’ όλα αυτά, δεν έχω καπνίσει ποτέ στη ζωή μου. Δεν μου αρέσει καθόλου η μυρωδιά του καπνού, γι’ αυτό και δεν επιτρέπω σε κανέναν να καπνίζει εδώ μέσα».
Στη ζωή συνήθως επιλέγουμε να κάνουμε πράγματα αντίθετα από αυτά που έκανε ο πατέρας μας; «Δεν νομίζω. Ο πατέρας μου ήταν μέγας δενδροκαλλιεργητής, με ειδικότητα στις μηλιές, ασχολία που έχω υιοθετήσει και εγώ. Καταβάλλω μεγάλη προσπάθεια για να συνεχίσω επαξίως το έργο του».
Εκτός από τον πατέρα σας υπάρχει άλλος άνθρωπος που θαυμάσατε πολύ στη ζωή σας; «Θαυμάζω ακόμη πάρα πολύ τον Καβάφη. Τον θεωρώ πολύ μεγάλο, έξοχο ποιητή. Υποκλίνομαι».
Τι είναι αυτό που τον έκανε «μεγάλο» ποιητή; «Η σοφία που διαθέτει. Πραγματικά πανέξυπνος άνθρωπος. Στην περίπτωση του Καβάφη μπορούμε να πούμε ότι η εξυπνάδα έπιασε τόπο… Ξέρετε, όλοι οι συγγραφείς δεν είναι έξυπνοι. Οπως και πολλοί έξυπνοι δεν χρησιμοποιούν την εξυπνάδα τους. Αυτοί είναι οι έξυπνοι βλάκες. Η εξυπνάδα πρέπει να είναι συνεχώς στον στίβο της ζωής. Αν δεν αγωνίζεται, χάνεται».
Διαβάζετε ακόμη βιβλία; «Αρκετά, αν και λιγότερα απ’ ό,τι παλιότερα. Περισσότερο μ’ αρέσει να διαβάζω γαλλικά βιβλία. Αν κοιτάξετε τα ράφια μου, θα δείτε ότι έχω μια πλούσια γαλλική βιβλιοθήκη».
Στις βιβλιοθήκες υπάρχει μια άλλη ζωή ή στις βιβλιοθήκες κατοικεί η ζωή μας;Για σας ένα βιβλίο σας στο ράφι μιας βιβλιοθήκης είναι μια ευκαιρία να συνεχίσετε να ζείτε και μετά τον βιολογικό σας θάνατο; «Οχι, όχι. Συνέχεια δεν υπάρχει. Οταν πεθαίνουμε, πεθαίνουμε. Εγώ, ξέρετε, είμαι άθεος. Δεν πιστεύω στον Θεό. Δεν πιστεύω στη μεταθανάτια συνέχεια. Είμαι γνώστης ότι το τέλος δεν αποτελεί μια νέα αρχή. Η ζωή είναι μία. Μία κατεύθυνση υπάρχει. Δεν υπάρχει ανάποδη πορεία. Αυτή η πορεία, όπως και να τη διανύσει κάποιος, οδηγεί στην ανυπαρξία».
Η τέχνη δεν είναι ένας τρόπος να νικήσουμε τον χρόνο; «Αυτό ποιος είναι σε θέση να το γνωρίζει; Κανένας. Ξέρω εγώ αν σε 100 χρόνια από τώρα θα συνεχίσουν οι άνθρωποι να διαβάζουν τα βιβλία μου; Επομένως δημιουργούμε για να περάσουμε καλά τη ζωή μας και όχι για να κερδίσουμε τον χρόνο. Αλλωστε και ο χρόνος επινόηση του ανθρώπινου μυαλού είναι. Ο άνθρωπος βάζει όρια για να έχει τη δυνατότητα να σπάει τα όρια. Τα όρια και η σχέση του ανθρώπου με αυτά είναι η προετοιμασία του σε αυτό που μοιραία θα του συμβεί, στον θάνατο. Οι άνθρωποι γεννιούνται με τη γνώση του θανάτου. Αυτή είναι η μόνη αλήθεια που γνωρίζω».

Σε τι διαφέρει η ζωή των βιβλίων από την κανονική ζωή που ζούμε; «Τεράστια διαφορά. Τα βιβλία είναι δημιουργήματα της φαντασίας. Οπως έλεγαν και οι αρχαίοι Ελληνες, τα πάντα στην τέχνη τα δημιουργεί η φαντασία μας, όλα είναι αποκυήματα του μυαλού μας. Προσπαθώντας κάποιος να γράψει ένα βιβλίο ουσιαστικά προσπαθεί να στήσει από την αρχή έναν καινούργιο κόσμο. Τα βιβλία είναι κατασκευές ενός νέου κόσμου που δεν θα ζήσουμε ποτέ αλλά θα μάθουμε γι’ αυτόν μέσα από τα βιβλία. Ο άνθρωπος αντέχει τον κόσμο που ζει ­ και είναι πολύ σκληρός αυτός ο κόσμος ­ επειδή η τέχνη τού δίνει την εναλλακτική ενός άλλου κόσμου. Είναι παρηγοριά να ξέρεις ότι μπορεί και να αλλάξει το μαρτύριό σου. Το μαρτύριο που βλέπει στο φως είναι πιο ανεχτό από το μαρτύριο που βλέπει στο σκοτάδι».
Αλήθεια τι είναι η φαντασία; «Είναι ένας τρόπος να τα βγάζουμε πέρα με την υπόλοιπη φύση, ένα τρυκ που βοηθάει το μυαλό μας να κατεβάζει ιδέες για το πώς μπορεί να αντιμετωπίσει τη φύση και τη ζωή».
Εκτός από τον Γκράχαμ Γκριν υπάρχουν άλλοι συγγραφείς στους οποίους θέλατε πάντα να μοιάσετε; «Ποτέ δεν συμπάθησα τους διάσημους συγγραφείς. Οχι ότι έχω τίποτε εναντίον τους αλλά δεν μπορώ να πω ότι τους συμπαθώ και ιδιαίτερα».
Γιατί; «Γιατί όλοι από ένα σημείο και μετά σκέφτονται μόνο τον εαυτό τους, μόνο αυτό υπάρχει μέσα στο μυαλό τους». Εσείς δεν σκεφτήκατε ποτέ έτσι; «Εγώ γενικώς δεν σκεφτόμουν πολλά πράγματα γύρω από τη λογοτεχνία ώσπου ήρθα στην Ελλάδα, στις Σπέτσες. Οπως επίσης ως τότε δεν με είχε απασχολήσει ποτέ ιδιαιτέρως η φύση».
Τι άλλαξε όταν πήγατε στις Σπέτσες; «Ξαφνικά εκεί κάποιος με συνέκρινε με τον Τζέιμς Τζόις, τον πιο διάσημο άγγλο μυθιστοριογράφο. Καταλαβαίνετε πόσο επικίνδυνο είναι να σκεφθεί κάποιος ότι μπορεί να συγκριθεί με τον Τζόις; Γενικά δεν λειτουργώ καθόλου όπως οι άλλοι συγγραφείς οι οποίοι υποθέτουν ­ από μόνοι τους ­ ότι πρέπει να είναι πάρα πολύ σημαντικοί».
Παρ’ όλα αυτά, είστε ένας από τους πιο σημαντικούς εν ζωή συγγραφείς, πολύ εμπορικός και αρκετά διάσημος. «Ακόμη και σήμερα πιστεύω ότι δεν πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο…».
Δηλαδή, ο κ. Φόουλς που ξέρουμε μέσα από τα βιβλία ίσως να μην είστε εσείς; «Πιθανόν…».
Από τις χιλιάδες ιδέες που υπάρχουν μέσα στο μυαλό σας πώς επιλέγετε αυτήν που θα γίνει τελικώς μυθιστόρημα; «Η αλήθεια είναι ότι τώρα πια δεν συμβαίνει να έχω χιλιάδες ιδέες στο μυαλό μου λίγο προτού ξεκινήσω ένα μυθιστόρημα. Παλιά μου έρχονταν πολλές ιδέες. Αλλά για μένα το πρόβλημα που έχουν οι περισσότεροι συγγραφείς λίγο προτού ξεκινήσουν να γράφουν δεν είναι η πληθώρα των ιδεών στο μυαλό τους. Το πρόβλημα είναι η διάθεση όλων να γράψουν κάτι καινούργιο. Πρέπει να ξέρετε ότι μία από τις μεγαλύτερες ματαιοδοξίες των συγγραφέων είναι η πεποίθησή τους κάθε φορά που ξεκινούν να γράψουν να πουν κάτι καινούργιο. Εγώ νομίζω ότι κάθε φορά λέω τα ίδια πράγματα με διαφορετικό τρόπο. Ο τρόπος, η οπτική, κρύβει ίσως κάτι καινούργιο και όχι οι ιδέες. Ολες οι ιδέες είναι παλιές. Ο,τι ανακαλύπτουμε εμείς υπήρχε αλλά δεν το ξέραμε… Το καινούργιο κρύβεται μόνο στη γραφή και πολύ λίγο στη σύλληψη».
Τα βιβλία που έχετε γράψει υπήρχαν πολύ καιρό προτού τα γράψετε στο μυαλό σας; Ζουν πρώτα στο μυαλό σας και μετά ζωντανεύουν στις λευκές σελίδες; «Οχι, όχι. Με τρομοκρατεί οτιδήποτε διαρκεί για καιρό και με βασανίζει. Οταν σκέφτομαι κάτι το κάνω. Εχω μια διάθεση να απαλλαγώ από αυτό που με απασχολεί».

John Fowles – 1960-2005
Newcollege wall-hall-chapel.jpg
«Newcollege wall-hall-chapel» by The original uploader was OxonDude at English WikipediaOwn work. Licensed under CC BY-SA 3.0 via Wikimedia Commons.
Belmont House.JPG
«Belmont House«. Licensed under CC BY-SA 3.0 via Wikimedia Commons.

Ποια είναι η διαφορά μεταξύ ποίησης και μυθιστορήματος; «Μ’ αρέσει, ξέρετε, να σκέφτομαι ότι είμαι ποιητής ­ γιατί όντως γράφω ποίηση ­ αλλά υποψιάζομαι ότι λειτουργεί περισσότερο ως ψευδαίσθηση αυτό από την πλευρά μου. Από την άλλη, μ’ αρέσει πολύ να διαβάζω άλλους ποιητές: Ελύτη, Ρίτσο, Καβάφη».
Τους ποιητές τους έχετε σε μεγαλύτερη εκτίμηση από τους συγγραφείς; «Ναι, μου αρέσει πολύ ο τρόπος μου μας βοηθούν να χρησιμοποιούμε τη φαντασία μας. Εγώ, ας πούμε, που δεν ταξιδεύω, μπορώ πολύ εύκολα να βρεθώ στην Ελλάδα ­ χωρίς να σκέφτομαι ότι στον δρόμο πηγαίνοντας για Αθήνα μπορεί να τρακάρουμε. Ξέρετε, είμαι επίσης λιγάκι πεσιμιστής στον τρόπο που βλέπω τα πράγματα και το μέλλον. Ποτέ δεν σκέφτομαι θετικά. Πάντα φαντάζομαι ένα κακό που θα μας βρει αν κάνουμε αυτό ή εκείνο». Δεν υπήρξατε ποτέ ποιητής; «Οχι. Βέβαια πριν από πολλά χρόνια είχα γράψει ένα βιβλίο με ποιήματα το οποίο εκδόθηκε μόνο στην Ελλάδα και έτσι πολύς κόσμος δεν το γνωρίζει. Προσωπικώς θεωρώ ότι ήταν μια σημαντική στιγμή για μένα αυτή η ποιητική συλλογή».
Υπάρχει ένας έλληνας μυθιστοριογράφος που θαυμάζετε; «Ο Τσίρκας. Τον θαυμάζω πάρα πολύ ως συγγραφέα, παρ’ όλο που εδώ είναι τελείως άγνωστος. Οι Γάλλοι έχουν μεταφράσει κάποια βιβλία του αλλά εδώ δεν υπάρχουν, από ό,τι ξέρω».
Τι είναι αυτό που μπορεί να κάνει έναν συγγραφέα να γίνει γνωστός σε περισσότερο κόσμο, σε μεγαλύτερο κοινό; «Καθαρά θέμα τύχης. (γέλια) Εχω γράψει ένα βιβλίο για τον «Κεραυνό». Για μένα ο κεραυνός που πέφτει πάνω σε κάποιον και τον εξοντώνει είναι καθαρή τύχη. Χωρίς τίποτε να προμηνύει αυτό που θα συμβεί, βλέπεις ένα φως και ξαφνικά έρχονται τα πάνω κάτω».
Αρα μπορεί και να υπάρχουν μεγάλοι συγγραφείς που δεν θα τους μάθουμε ποτέ; «Ετσι νομίζω. Αλλωστε οι πιο σημαντικοί είναι αυτοί που περνούν μια ζωή ως ασήμαντοι. Οσο η σημασία μας δεν εμπορευματοποιείται τόσο δυναμώνει. Οσο και αν γυρίζεις την πλάτη στη δημοσιότητα λερώνεσαι από αυτήν. Οποιος λέει ότι μπορεί να είναι ο ίδιος άνθρωπος και μετά το χτύπημα της φήμης είναι είτε αφελής είτε ύποπτος».
Υπάρχουν στοιχεία τα οποία ως προσωπικότητα έχετε πάρει από τους γονείς σας; «Είχα μια πάρα πολύ καλή μητέρα και ειλικρινά μετανιώνω που δεν έγραψα περισσότερα πράγματα γι’ αυτήν. Αυτή η γυναίκα με επηρέασε ιδεολογικά χωρίς να το καταλάβει. Αυτή η γυναίκα με οδήγησε στον Μαρξ».
Ποια είναι για σας η διαφορά μεταξύ ενός μαρξιστή και ενός σοσιαλιστή; «Στην Αγγλία σήμερα τον όρο «σοσιαλιστής» τον χρησιμοποιούμε πολύ γενικά. Μαρξιστής είναι αυτός που ακολουθεί όσα έχει γράψει ο Μαρξ στα βιβλία του. Εδώ για πολύ καιρό όποιος δήλωνε μαρξιστής έπεφτε πάνω του το ανάθεμα. Δεν ήταν εύκολο πράγμα για κάποιον να δηλώνει οπαδός του Μαρξ».
Παραμένετε μαρξιστής; «Και βέβαια».
Πώς νιώθει σήμερα ένας μαρξιστής; Πόσο σας επηρέασε η πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού; «Είμαι από τους ανθρώπους που ό,τι πιστέψουν το πιστεύουν βαθιά. Μισώ αυτούς που μιλάνε για τον Μαρξ και λένε ότι έχει πεθάνει. Οχι, καθόλου δεν πέθανε. Ισα ίσα που παραμένει ακόμη πολύ ζωντανός, ίσως τώρα πιο ζωντανός από ποτέ. Στενοχωριέμαι πολύ να τα ακούω αυτά τα πράγματα. Δεν πιστεύω ότι ο μαρξισμός θα ξεχαστεί έτσι εύκολα και ας κατέρρευσε ο υπαρκτός σοσιαλισμός. Αλλωστε κατέρρευσε γιατί με τα χρόνια είχε να κάνει όλο και λιγότερο με τον μαρξισμό. Δυστυχώς υπάρχουν και υπήρξαν καλοί και κακοί μαρξιστές».
Οταν λέτε για κάποιον ότι είναι καλός συγγραφέας ή καλός ποιητής, τι εννοείτε; «Είναι τόσο περίπλοκο πράγμα να είναι κάποιος καλός ποιητής. Πρέπει να μπορείς να βλέπεις και να υπολογίζεις σωστά. Για μένα αυτό είναι ένα σκέτο μυστήριο. Ο καλός ποιητής είναι ο τρίτος άνθρωπος ανάμεσά μας… Ενα άλλο μάτι που φωτίζει το σκοτάδι αλλά παραμένει μυστήριο πώς καταφέρνει να το φωτίζει. Ο Γκράχαμ Γκριν, π.χ., έβλεπε για όλους. Εβλεπε εν ονόματί μας τα πράγματα και τις καταστάσεις. Γι’ αυτό άλλωστε έγινε τόσο διάσημος. Το να είσαι αποδεκτός σημαίνει ότι προσφέρεις μια κοινή όραση των πραγμάτων. Ο συγγραφέας, ο καλός συγγραφέας, είναι σημείο συνάντησης για όλους όσοι αναζητούν την αλήθεια». Αλήθεια η λογοτεχνία πώς βοηθάει τον άνθρωπο; «Τον μαθαίνει να σκέφτεται».
Αν οι άνθρωποι μαθαίνουν να σκέφτονται, γιατί επαναλαμβάνουν τα ίδια λάθη;Πού το αποδίδετε αυτό; «Νομίζω ότι είναι απλό: οι άνθρωποι είναι θεότρελοι, γι’ αυτό είναι πολύ δύσκολο για κάποιον να μπορέσει να τους διδάξει. Το ξέρω από προσωπική εμπειρία. Επειδή για κάποια χρόνια υπήρξα δάσκαλος σε ένα κολέγιο στο Λονδίνο, ξέρω ότι δεν είναι εύκολο πράγμα να διδάξεις τον άνθρωπο».
Μήπως τελικά ορισμένα πράγματα που θεωρούμε λάθη στην πραγματικότητα δεν είναι λάθη αλλά η ίδια η φύση των ανθρώπων; «Εχω προσπαθήσει πολλές φορές να το δω κι έτσι. Να πω, δηλαδή, ότι οι άνθρωποι έτσι είναι και δεν αλλάζουν, ότι είναι δύσκολο να ξεπεράσουν τη φύση τους. Δεν πιστεύω ωστόσο ότι αυτό είναι δικαιολογία για να συγχωρούμε τους πάντες. Πώς μπορεί η ανθρωπότητα να συγχωρήσει τον Χίτλερ, τον Πινοσέτ ή τους απανταχού δικτάτορες που την έχουν ταλαιπωρήσει κατά καιρούς;».
Τους ακολούθησε το πλήθος όμως… Βρήκαν υποστηρικτές και έκαναν ό,τι έκαναν… «Πάλι το ίδιο θα σας πω που σας είπα και πριν. Οι άνθρωποι είναι τρελοί, δεν ξέρουν τι τους γίνεται. Δυστυχώς δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε για τη βλακεία που κουβαλάει το ανθρώπινο είδος. Μάλλον θα έπρεπε να υποθέσουμε ότι οι άνθρωποι ως ένα σημείο αποζητούν τον έλεγχο και την τυραννία ­ αλλιώς δεν εξηγείται. ‘Η για μία ακόμη φορά να αποδεχθούμε ότι είναι στη φύση μας να λειτουργούμε σαν κοπάδι. Ενα πρόβατο να ξεφύγει θα το ακολουθήσουν και όλα τα υπόλοιπα».
Είναι αυτό που λέει ο Κανέτι στο «Μάζα και εξουσία». «Τον είχα γνωρίσει τον Κανέτι. Ψωνίζαμε από το ίδιο βιβλιοπωλείο. Δεν ήξερα ποιος ήταν, έβλεπα ένα γεροντάκι με γκρίζα μαλλιά και κάποια στιγμή ρώτησα τον βιβλιοπώλη και μου είπε ότι είναι ένας διάσημος συγγραφέας».
Είναι από τους ανθρώπους που πολύ θα ήθελα να έχω γνωρίσει, να έχω μιλήσει μαζί του. «Εγώ μια φορά έτυχε και του μίλησα. Γενικά πιστεύω ότι οι συγγραφείς είναι άνθρωποι που πρέπει να τους αφήνει κανείς στην ησυχία τους. Καλύτερα να τους διαβάζουμε παρά να τους συναντάμε. Αν ήταν οι συγγραφείς καλοί στις συναντήσεις με τον κόσμο, τότε γιατί να γράφουν; Θα γίνονταν πολιτικοί».
Η μοναξιά βοηθάει τον άνθρωπο να τα βάλει με τη φύση του και συχνά να την ξεπεράσει; «Πέσατε στην περίπτωση, κύριε Λάλα. Αυτό ακριβώς είμαι εγώ. Μου αρέσει πολύ η μοναξιά. Γι’ αυτό αγαπώ τη φύση. Μόνος μέσα στη φύση νιώθω ασφαλής. Μόνο μέσα στη φύση ξεπερνώ την ανθρώπινη φύση που είναι η ανασφάλεια».
Γιατί; «Μου αρέσει που υπάρχει ένας άλλος κόσμος μέσα στον οποίο μπορώ να μπω χωρίς να χρειάζεται να υποδυθώ κανέναν ρόλο. Μέσα στη φύση αναγκάζομαι να είμαι και να μην υποδύομαι».
Αφού οι άνθρωποι μπορούν να ζήσουν μόνοι τους, γιατί επιλέγουν να ζήσουν με παρέα; «Νομίζω ότι συχνά ο λόγος έχει σχέση με την ερωτική τους επιθυμία. Κατά διαστήματα θέλουν να μοιράζονται την ύπαρξή τους με κάποιον άλλον. Γενικά όμως πιστεύω ότι γεννηθήκαμε για να είμαστε μόνοι. Η παρέα είναι φρούτο του πολιτισμού. Οσο πιο πολιτισμένοι νιώθουμε τόσο πιο πολλή ανάγκη έχουμε την παρέα των άλλων. Ο πολιτισμός είναι κάτι έξω από τη φύση του ανθρώπου. Ο πολιτισμός είναι που θέτει τα μεγάλα ερωτήματα που μας κάνουν όλους ανασφαλείς. Μακάριοι όλοι αυτοί που μπορούν να ζουν χωρίς να τους απασχολεί τι θα γίνει αύριο. Δεν υπάρχει, όπως σας είπα, αύριο. Δεν υπάρχει χρόνος. Τη μεγαλύτερη ασφάλεια που μπορώ να νιώσω ως άνθρωπος τη νιώθω στη φύση, δίπλα στα φυτά ή κάνοντας παρέα με τα πουλιά. Τα συμπαθώ πολύ τα πουλιά, ξέρετε. Τα αγαπώ γιατί δεν ρωτούν, επομένως δεν μαθαίνουν. Μια ζωή χωρίς ερωτήματα είναι μια ζωή εκτός χρόνου».
Για σας η κοινωνία δημιουργεί στον άνθρωπο μια ψευδαίσθηση ασφάλειας; Γι’ αυτό είμαστε κοινωνικοί; «Κατά κάποιον τρόπο, ναι. Εγώ εκείνο που έχω να πω είναι ότι η κοινωνία μάς υποβάλλει συνεχώς σε μια διαδικασία πλύσης εγκεφάλου. Προσπαθεί να μας κάνει όλους να σκεφτόμαστε με τον ίδιο τρόπο, με τον τρόπο που σκέφτεται εκείνη ως σύνολο. Γι’ αυτό και υπερασπίζομαι τόσο έντονα τη μοναξιά μου. Οσο πιο μόνος είμαι τόσο πιο ελεύθερα σκέφτομαι».
Οταν γράφετε θέλετε να οδηγήσετε κάπου τους αναγνώστες; «Ευτυχώς, για το καλό το δικό τους δεν τους σκέφτομαι όταν γράφω και δεν προσπαθώ να τους οδηγήσω κάπου. (γέλια) Το μόνο που σκέφτομαι όταν γράφω είναι το καλό των ανθρώπων, τίποτε άλλο».
Πάντως και οι άνθρωποι της εξουσίας το ίδιο υποστηρίζουν ότι σκέφτονται όταν δρουν πολιτικά. Σκέφτονται και δρουν για το καλό των ανθρώπων, λένε. «Το ξέρω, κύριε Λάλα. Λέτε να μην έχω υπόψη μου για ποιον λόγο κάνουν ό,τι κάνουν οι άνθρωποι της εξουσίας;».
Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στη δύναμη που έχει ένας συγγραφέας και σε αυτήν που έχει ένας άνθρωπος της εξουσίας; «Προτού σας απαντήσω, κύριε Λάλα, θα ήθελα να σας πω ότι η κουβέντα μας μου θυμίζει λιγάκι κρίκετ. Κάθε φορά που μου κάνετε μια ερώτηση είναι σαν να μου πετάτε την μπάλα και πρέπει εγώ να τρέξω να την πιάσω. Είμαι ηλικιωμένος άνθρωπος και δεν είμαι και για πολλά τρεχαλητά. Ας πάρουμε μια ανάσα λοιπόν».
Οταν τρώγαμε διαπίστωσα ότι πίνετε. Πίνετε πολύ; «Πίνω περίπου ένα μπουκάλι κρασί την ημέρα και μπορεί να πιω και καμιά μπίρα. Στην Ελλάδα υπάρχει ένα μέρος που βγάζει πολύ ωραίο κρασί, η Μονεμβασιά. Μου άρεσε πάρα πολύ. Αλλά είναι πολύ ακριβά τα κρασιά στην Αγγλία».
Ναι, αλλά τώρα έχετε λεφτά, έτσι δεν είναι; Ας είναι καλά τα βιβλία. (γέλια) «Μη φανταστείτε ότι έχω πολλά. Εχω απλώς κάποια χρήματα που μου επιτρέπουν να ζω άνετα. Αυτό το λάθος, ξέρετε, συνηθίζουν να το κάνουν πολλοί συγγραφείς. Βγάζουν ένα βιβλίο το οποίο έχει επιτυχία και τους αποφέρει κάποια χρήματα και από εκεί και πέρα θεωρούν ότι κάθε φορά που εκδίδουν ένα νέο βιβλίο θα πρέπει να βγάζουν όλο και περισσότερα. Αυτό όμως είναι ο θάνατος του συγγραφέα. Αν τελικώς δεν βγάλουν όσα στο προηγούμενο μελαγχολούν. Χωρίς να το καταλάβουν, η επιτυχία αυτού που γράφουν αρχίζει να καθορίζεται από τον τραπεζικό λογαριασμό τους».
Πιστεύετε ότι γεννιέται κάποιος συγγραφέας; «Για μένα ξέρετε πού κρύβεται η απάντηση σε αυτή την ερώτηση; Σε μία ελληνική λέξη, τη λέξη «κεραυνός», που σημαίνει ότι τα πάντα εναποτίθενται στην απόλυτη μοίρα με την έννοια του απολύτως τυχαίου. Προσωπικά πιστεύω πάρα πολύ σε αυτό».
Στο ταλέντο πιστεύετε; «Επειδή τώρα μιλάμε για το πώς μπορεί κάποιος να γίνει συγγραφέας, σίγουρα από εκεί ξεκινάει, από το ταλέντο. Η διαδρομή που θα κάνει από εκεί κι έπειτα νομίζω πως δεν είναι ό,τι πιο εύκολο. Αν θέλετε τη γνώμη μου, σ’ εμένα τουλάχιστον φαντάζει αδύνατον το να γίνει κάποιος μεγάλος συγγραφέας στηριζόμενος στο ταλέντο του. Το καλύτερο που έχει να κάνει είναι να εμπιστευθεί την τύχη του κεραυνού. Ο κεραυνός είναι οδηγός στη ζωή».
Εσείς υπήρξε μια στιγμή που νιώσατε το φως του κεραυνού να σας δείχνει τον δρόμο; «Ολη μου τη ζωή τον δρόμο που μου έδειχνε αυτό το φως πορεύτηκα. Και δεν είναι τίποτε παρά η έμπνευση μιας στιγμής που κάνει το μυαλό σου να κατεβάσει μια ενδιαφέρουσα ιδέα. Από εκεί και πέρα νιώθεις ότι αυτή την ιδέα μπορείς να την αναπτύξεις».

theMagus

Ο Μάγος – Τζων Φόουλς

Πιστεύετε στην έμπνευση; Υπάρχει η έμπνευση; «Μα, σας λέω, κατά κάποιον τρόπο αυτό είναι ο κεραυνός, η έμπνευση. Απλώς η έμπνευση δεν είναι το μόνο πράγμα που απορρέει από τη λάμψη του κεραυνού. Μπορεί τα αποτελέσματα του κεραυνού να είναι πάρα πολύ δυσάρεστα ή αρνητικά. Γιατί, π.χ., έχω ασφαλίσει το σπίτι μου; Επειδή υπάρχει ο κεραυνός και τον φοβάμαι. Γιατί τόσοι άνθρωποι πάνω στη γη είναι δυστυχισμένοι; Γιατί έγιναν οι σεισμοί στην Τουρκία; Είναι η μοίρα, ο κεραυνός, η λάμψη μιας στιγμής που κάνει τα πράγματα να συμβούν έτσι και όχι αλλιώς».
Για σας, δηλαδή, η επιλογή είναι δευτερεύον πράγμα στη ζωή; «Ναι. Για μένα η πορεία στη ζωή είναι θέμα απόλυτης τύχης. Θαυμάζω, ξέρετε, πολύ τον Ηράκλειτο και γνωρίζω ότι έχει πει και αυτός δύο-τρία πράγματα πάνω σε αυτό. Το βασικό σε σχέση με τον κεραυνό είναι ότι τίποτε δεν μπορεί να προβλεφθεί, τα πάντα μοιάζουν μυστηριώδη και ανεξήγητα».
Οταν προσπαθεί κάποιος να ανακαλύψει το ανεξήγητο και το μυστηριώδες της ζωής δεν είναι σαν να κλείνει μια συνάντηση με τον Θεό; «Δεν πιστεύω ότι είναι εφικτό για κάποιον να κατακτήσει το μυστήριο, να εξηγήσει τα πάντα. Ο κόσμος, η ζωή, είναι πολύ περισσότερο ανεξήγητο παρά εξηγήσεις. Οποιος προσπαθήσει να εξηγήσει το φαινόμενο της ζωής είναι σίγουρα τρελός».
Ο Θεός πιστεύετε ότι υπάρχει ή είναι επινόηση των ανθρώπων; «Εγώ, σας είπα, είμαι άθεος. Για μένα ο Θεός είναι επινόηση, κατασκεύασμα».
Και πώς εξηγείτε ότι οι άνθρωποι πιστεύουν σε ένα κατασκεύασμα; «Μυστήριο… Γιατί τα πρόβατα ακολουθούν το ένα το άλλο;».
Σας απασχολεί το ότι η περιπέτεια της ζωής ­ κάθε ζωής, ακόμη και αυτής που υπάρχει μέσα σε ένα βιβλίο ­ έχει πάντα ένα τέλος; «Οχι, καθόλου. Είναι κάτι που το έχω αποδεχθεί. Ολοι μια μέρα θα πεθάνουμε. Και εσείς και εγώ».
Η αναπόφευκτη ύπαρξη του τέλους είναι που δίνει αξία σε όλη αυτή την περιπέτεια της ζωής; «Η στιγμή του τέλους είναι η στιγμή της αποθέωσης… Η ύψιστη στιγμή είναι το χάσιμο του ανθρώπου στην ανυπαρξία».
Το ίδιο συμβαίνει και με το τέλος ενός βιβλίου; «Το ελπίζω».
Τελικά έχετε καταλάβει τι είναι αυτό για το οποίο αξίζει να ζούμε; «Για να συνειδητοποιήσουμε ένα-δυο μυστήρια της ζωής. Για μένα ξέρετε τι είναι αυτό που παραμένει μυστήριο; Το γεγονός ότι και εσείς και εγώ έχουμε συνείδηση για το πώς πρέπει να λειτουργούμε και να συμπεριφερόμαστε και παρ’ όλα αυτά δεν το κάνουμε. Αρα αν υπάρχει κάτι που είναι σημαντικό και αξίζει τον κόπο να το προσπαθήσουμε στη ζωή μας είναι το να γίνουμε πιο ηθικοί. Και ο χριστιανισμός και ο μαρξισμός αυτό προσπάθησαν να δείξουν στον κόσμο. Οι περισσότεροι άνθρωποι όμως δυστυχώς δεν δίνουν δεκάρα για την ηθική έτσι και αλλιώς. Γι’ αυτό σας λέω, μυστήριο πράγμα η ανθρώπινη συνείδηση».
Τι χάνει ένας άνθρωπος όταν ενηλικιώνεται; «Τις δυνατότητες που του δίνει το σώμα του. Ακόμη και όταν το μυαλό δεν έχει χάσει τίποτε από την ακμή του, έρχονται τα αρθριτικά και σου δείχνουν ότι δεν είσαι πια ο ίδιος. Τα γηρατειά, κύριε Λάλα, είναι ένα πράγμα που δεν θα το συνιστούσα σε κανέναν άνθρωπο».
Γιατί όλα τα μεγάλα μυθιστορήματα έχουν γραφτεί από συγγραφείς που ήταν από 40 χρόνων και πάνω ενώ όλοι οι μεγάλοι ποιητές έγραψαν τα καλύτερα έργα τους όταν ήταν 20 χρόνων; «Αν κρίνω από τους άγγλους ποιητές, οι περισσότεροι όντως έγραψαν τα έργα τους σε νεαρές ηλικίες, μηδέ εξαιρουμένου του Σαίξπηρ, ο οποίος επίσης ξεκίνησε αρκετά νέος. Για μένα η κορυφαία των τεχνών είναι η τέχνη του μυθιστορήματος, η ικανότητα να φτιάχνεις ιστορίες και να τις αφηγείσαι. Η ποίηση όμως δεν έχει να κάνει με αυτό. Η ποίηση έχει να κάνει με τη στιγμή. Η ποίηση δεν αφηγείται, αποκαλύπτει… Τραβάει το σεντόνι από το άγαλμα. Αυτό μπορείς να το κάνεις και παιδί. Το σεντόνι εύκολα το τραβάς. Το μυθιστόρημα θέλει δουλειά και άσκηση. Τα μυθιστορήματα γράφονται πρώτα με το σώμα και στη συνέχεια με το μυαλό και την ψυχή. Γι’ αυτό και νομίζω ότι στο μυαλό των περισσότερων συγγραφέων ο κεραυνός στέλνει τη λάμψη του όταν βρίσκονται γύρω στην ηλικία των 30».
Πιστεύετε ότι η υπερπληροφόρηση είναι ένα είδος τύφλωσης; «Αυτός είναι ένας κίνδυνος υπαρκτός και ορατός όλες τις εποχές, όχι ειδικώς στις ημέρες μας. Συχνά επίσης πιστεύουμε ότι επειδή κατέχουμε την πληροφορία τα ξέρουμε όλα. Στην ουσία δεν ξέρουμε τίποτε. Αυτό είναι σίγουρα μια μορφή τύφλωσης».
Πώς εξηγείτε το γεγονός ότι το μόνο πράγμα που ενδιαφέρει σήμερα τους ανθρώπους είναι το πώς θα γίνουν γνωστοί και πώς θα κερδίσουν χρήματα; «Αυτό το κυνήγι της φήμης και του χρήματος που λέτε είναι κάτι το οποίο προσωπικά απεχθάνομαι».
Εσείς έχετε πιάσει ποτέ τον εαυτό σας να γράφει για να κερδίσει χρήματα; «Μπα, δεν θα το έλεγα». Η επιτυχία έχει κόστος; Και η αποτυχία έχει κάποιο κέρδος; «Σίγουρα. Για μένα η επιτυχία είναι ο διάβολος προσωποποιημένος. Είναι μια πάθηση η επιτυχία που σου κόβει τα πόδια και τα χέρια. Η αποτυχία είναι η συνείδηση ότι σημασία έχει ο αγώνας και όχι η νίκη. Η νίκη στην πραγματικότητα είναι η κυριότερη ήττα της ζωής μας. Δεν λέω ότι δεν επιδιώκουμε τη νίκη αλλά κυνηγώντας την αποθέωση γνωρίζουμε τη συντριβή σχεδόν πάντα».
Πώς νιώσατε όταν κάποια στιγμή γίνατε της μόδας; «Προσπάθησα να μην παρασυρθώ. Επέστρεψα στη φύση».
Τελικά τι γίνεται μόδα; Εχετε καταλάβει; «Για μένα καθετί που γίνεται μόδα τελικά δεν έχει και τόσο μεγάλη αξία, είναι ήδη πεθαμένο. Μόνο πτώματα έρχονται στη μόδα. Ο,τι γεννιέται και ζει δεν μπορεί να γίνει της μόδας».
Οταν σας ρώτησα αν πίνετε, ήθελα επίσης να σας ρωτήσω αν έχετε κάνει ποτέ κανένα μεγάλο μεθύσι. «Παλιά στην Οξφόρδη. Αξέχαστο μεθύσι».
Θα μπορούσε ένας άνθρωπος ο οποίος θα περνούσε όλη τη ζωή του μέσα σε ένα δωμάτιο να γράψει πράγματα που θα αφορούσαν όλον τον κόσμο; «Δεν νομίζω ότι θα μπορούσε να συμβεί εύκολα αλλά όχι ότι είναι και απίθανο». Εσείς πώς διαλέξατε αυτό το μέρος για να μείνετε; «Για έναν πολύ απλό λόγο: όταν το αγόρασα ήταν πολύ φθηνό. (γέλια) Πριν ανήκε σε μια γυναίκα η οποία είχε γίνει διάσημη ως σχεδιάστρια πλοίων».
Αλλάζει ένα βιβλίο όταν μεταφέρεται στον κινηματογράφο; «Εγώ δεν θα έλεγα ότι αλλάζει· θα έλεγα ότι συνήθως του αλλάζουν τα φώτα». (γέλια)

Σας ευχαριστώ που με δεχθήκατε. «Και εγώ σας ευχαριστώ που κάνατε τον κόπο να φέρετε λίγη Ελλάδα ως εδώ… Αγάπησα την Ελλάδα όσο τίποτε άλλο στη ζωή μου. Σας ευχαριστώ». Ο Τζον Φόουλς ουδέποτε υπήρξε «τουρίστας» στην Ελλάδα. Ηταν κάτι περισσότερο από μόνιμος επισκέπτης ή περιηγητής. Είδε την Ελλάδα με τον τρόπο που μόνο ένας Μισέλ Ντεόν και ένας Ζακ Λακαριέρ το έκαναν τον 20ό αιώνα. Μπήκε μέσα στο ελληνικό πνεύμα, γεύτηκε τη ρετσίνα μαζί με την αρμύρα της θάλασσας των Σπετσών, απέκτησε φίλους που τον περιτριγυρίζουν κάθε φορά που αποφασίζει να έρθει στα γνώριμα εδάφη. Πρώτος σταθμός του στην Ελλάδα, στις αρχές της δεκαετίας του ’50. Ηρθε για να διδάξει στην Αναργύρειο Σχολή των Σπετσών έχοντας τελειώσει τις σπουδές του στην Οξφόρδη. Στις αποσκευές του κουβαλούσε τα πονήματα του Καμύ και του Σαρτρ που έθεσαν και τις ιδεολογικές βάσεις του νεαρού τότε στοχαστή (γενν. 1926). Εμεινε στις Σπέτσες μόλις δύο χρόνια. Μικρό διάστημα αλλά ικανό ώστε να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για μια σχέση σχεδόν ερωτική με τον τόπο που έμελλε να παίξει τον ρόλο σκηνικού για το κορυφαίο μυθιστόρημά του. Γιατί μπορεί να είναι «Η ερωμένη του γάλλου υπολοχαγού» το γνωστότερο βιβλίο του, είναι όμως «Ο Μάγος», που διαδραματίζεται στην Ελλάδα, το κορυφαίο από τα επτά μυθιστορήματα που έχει εκδώσει.
Πηγή tovima.gr

The Citron Review

An Online Journal of Brief Literature

The Storyteller

“Inside each of us is a natural-born storyteller, waiting to be released.” (Robin Moore)

Delitrium

The dizzying euphoria you get from inhaling just a bit too much of that "new book" smell.

Yiannis Nanos

Visual Artist

fashion&action

Fani & Athena

paletaart - Χρώμα & Φώς

Η Ελληνική ζωγραφική στο WordPress.com

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΡΑΔΑΜΑΝΘΥΣ

Χρήστος Τσαντής